Η οικονομία της Ελλάδας αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτική μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να αναδειχθεί μεταξύ των χωρών μελών με τους υψηλότερους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ.
Του Κίμωνα Στεριώτη *
Ωστόσο, δεν επιτρέπεται εφησυχασμός, καθώς διατηρούνται υψηλά τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών λόγω υψηλού πληθωρισμού. Η δημοσιονομική πολιτική της Ελλάδας αναμένεται να είναι «περισσότερο σφικτή», λόγω της γενικευμένης ανόδου των επιτοκίων των ομολογιών (yields) στη δευτερογενή αγορά.
Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής από την κυβέρνηση αναδεικνύεται «μονόδρομος», αφού επιβραδύνεται η οικονομική ανάπτυξη και γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη η έκδοση κρατικών ομολογιών με χαμηλά επιτόκια. Ήδη, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολογιών στη δευτερογενή αγορά έφθασαν στο υψηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο 2023, παρά την αισθητή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ελλάδα.
Η στροφή των διεθνών επενδυτών προς τις ομολογίες λόγω συρρίκνωσης του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ εντείνει τον ανταγωνισμό στις ομολογιακές αγορές. Η σύσταση του ΟΟΣΑ προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διατηρήσει υψηλά τα κεντρικά επιτόκια αποτέλεσε πρόσθετο παράγοντα αποθέρμανσης των χρηματιστηριακών αγορών και ανόδου των επενδύσεων σε διεθνείς ομολογίες. Το αυξημένο κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων προκαλεί αύξηση των τελικών τιμών, αλλά οι καταναλωτές δεν δύνανται πλέον να απορροφούν τις αυξημένες τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Ο παρατιθέμενος πίνακας για την πορεία του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) αναδεικνύει το δυναμισμό της Ελληνικής Οικονομίας στο τελευταίο 12μηνο: Οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ παραμένουν πολύ υψηλότεροι από αυτούς της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως, και στην Ελλάδα οι ρυθμοί ανάπτυξης επιβραδύνονται και αυτό σημαίνει μεγαλύτερες «δημοσιονομικές πιέσεις».
Συνεπώς, αντί της επιβολής νέων φορολογιών ή μείωσης των δημοσίων επενδύσεων είναι ορθότερη μια πολιτική αποτελεσματικότερης καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Οι επιπτώσεις από μια τέτοια πολιτική για τους φοροδιαφεύγοντες θα είναι κοινωνικά αμελητέες, ενώ θα ενισχυθούν ο υγιής ανταγωνισμός μέσα στις αγορές και θα αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα.
Για να αποδώσει πραγματικά μια πολιτική καταπολέμησης της φοροδιαφυγής είναι απαραίτητη προϋπόθεση να κατανοήσουν οι φορολογούμενοι τα οφέλη που θα υπάρξουν για την Κοινωνία και τους καταναλωτές. Παράλληλα, όμως, για να ενισχυθεί το περί Φορολογικής Δικαιοσύνης αίσθημα πρέπει να ληφθούν και μέτρα περιορισμού της κατασπατάλησης δημοσίων δαπανών.
Τέλος, η αύξηση της παραγωγικότητας του Δημόσιου Τομέα και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής θα διευκολύνουν τη χρηματοδότηση αυξημένων επενδύσεων για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής.
* Ο κ. Κίμων Στεριώτης είναι δρ, οικονομολόγος, πρώην διευθυντής ομίλου ΔΕΗ ΑΕ και οικονομικής εφημερίδας «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»