Η Ελληνική Βιομηχανία έχει τις χειρότερες επιδόσεις ανάμεσα στις βιομηχανίες και των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην τελευταία 20ετία!
Ο σημαντικότερος κλάδος της Ελληνικής Οικονομίας – που έχει επιδοτηθεί με αμύθητα ποσά για πολλές δεκαετίες από τους Έλληνες φορολογούμενους και από τα ταμεία της ΕΕ – αδυνατεί να συμβάλλει στην ουσιαστική αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της Ελλάδας!
Γράφει ο Κίμων Στεριώτης*
Η υπερφορολόγηση της Επιχειρηματικότητας, οι ελλείψεις χαμηλότοκων δανείων από τις τράπεζες, η απέραντη «γραφειοκρατία», το αντιεπιχειρηματικό κλίμα, η δημοσιονομική κρίση κλπ έχουν δημιουργήσει τεράστιες «θηλιές» που πνίγουν την Ελληνική Βιομηχανία…
Ακόμη χειρότερα: οι βιομηχανίες της Ελλάδας και όλων των Νοτίων χωρών της Ευρωπαϊκή Ένωσης βρίσκονται σε ένα τεράστιο τέλμα από πλευράς παραγωγικών επιδόσεων. Αντίθετα, οι βιομηχανίες της Ανατολικής Ευρώπης έχουν πετύχει εντυπωσιακούς ρυθμούς ανόδου της παραγωγής τους σε σύγκριση με αυτούς της Ελλάδας και των λοιπών χωρών του Νότου.
Αυτά αποκαλύπτει η επισκόπηση της μακροχρόνιας πορείας των δεικτών όγκου παραγωγής των βιομηχανιών της Ελλάδας και των λοιπών χωρών μελών της ΕΕ των «27» στην περίοδο 2000 – 2019, δηλαδή στην τελευταία 20ετία.
Παραδόξως με το ξέσπασμα της πανδημίας η Ελληνική Βιομηχανία έδειξε «αντοχή», τελείως απρόβλεπτη. Μια συγκυριακή μεταβολή της παραγωγής της Ελληνικής Βιομηχανίας το Μάρτιο 2020 μπορεί να ανατρέψει την καταστρεπτική πορεία που ακολουθεί η Ελληνική Βιομηχανία εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια;
Νέο πλήγμα από την πανδημία
Με το ξέσπασμα της πανδημίας η Ελληνική Βιομηχανία εξέπληξε τους πάντες με τις “μεγάλες αντοχές” της. Γιατί τελείως απροσδόκητα παρουσίασε αύξηση το Μάρτιο 2020 σε σύγκριση και με τον προηγούμενου μήνα και ως προς αυτόν του 2019.
Η Βιομηχανική Παραγωγή μεταξύ Μαρτίου 2020 και Μαρτίου 2019, σύμφωνα με τη EUROSTAT, μεταβλήθηκε ως εξής:
Ε.Ε. “28” πτώση -12,9%
ΕΛΛΑΔΑ αύξηση +,6%
ΓΕΡΜΑΝΙΑ πτώση -14,2%
ΓΑΛΛΙΑ πτώση -16,8%
ΙΤΑΛΙΑ πτώση -29,3%
ΙΣΠΑΝΙΑ πτώση -12,6%
Το lockdown δεν στάθηκε ικανό να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στην Ελληνική Βιομηχανία; Αναμφισβήτητα έχουν προκληθεί προβλήματα, όχι όμως, όπως φαίνεται, τόσο μεγάλα όσο τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στις αυτοκινητοβιομηχανίες, χαλυβουργίες, βιομηχανίες κατασκευής βαρέων μηχανημάτων, κλπ των περισσότερο ανεπτυγμένων χωρών της ΕΕ.
Εξάλλου, μεσοπρόθεσμα ο «Οδικός Χάρτης» που έχει έχει υιοθετήσει η ελληνική κυβέρνηση – με πιστωτικές ενισχύσεις, εγγυοδοσίες και διευκολύνσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις, ενίσχυση των εργαζομένων κλπ – δημιουργεί προοπτικές σταθερότητας των εργασιών των βιομηχανιών επιχειρήσεων.
Επιπλέον, το μακροοικονομικό και δημοσιονομικό περιβάλλον προβλέπεται να παραμείνει σταθερό, ιδιαίτερα μετά την άρση του περιορισμού για πλεόνασμα 3,5% ως ποσοστού του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος.
Ωστόσο, όλα αυτά τα στοιχεία είναι προσωρινά και προφανώς δεν επιλύουν τα χρόνια δομικά προβλήματα της Ελληνικής Βιομηχανίας, όπως αυτά αποτυπώνονται από τα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat για την τελευταία 20ετία.
Η «χαμένη δεκαετία» του 2000
Στη διάρκεια της περιόδου 2000 – 2007 καταγράφονται πολύ υψηλοί ρυθμοί αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος στην Ελλάδα. Είναι η περίοδος της «απογείωσης» του Ιδιωτικού και και του Δημόσιου Χρέους, με εντυπωσιακούς ρυθμούς αύξησης των χορηγησεων νέων δανείων από τις τράπεζες. Είναι η «χρυσή δεκαετία» της Κατανάλωσης και της «επίπλαστης ευημερίας»…
Όμως, η δεκαετία του 2000 δεν ήταν καθόλη εύκολη για την Ελληνική Βιομηχανία. Αντίθετα, παρά την ένταξη της Ελλάδας στη Νομισματική Ένωση, την πρσαγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων και την άφθονη χρηματοδότηση για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, κλπ δεν βοήθησαν στην αύξηση της παραγωγής της εγχώριας βιομηχανίας. Οι δείκτες όγκου παραμένουν στάσιμοι, ενώ αντίθετα αυξάνονται εντυπωσιακά στις χώρες της της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι και το 2007. ‘Ομως η χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2008. προκάλεσε απότομη καθίζηση της παραγωγής των βιομηχανιών στην ΕΕ: ιδιαίτερα πλήττονται αυτοκινητοβιομηχανίες, μονάδες παραγωγής κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, μεταλλοβιομηχανίες κλπ.
Στην Ελλάδα η διεθνής κρίση “εισβάλλει” από το 2008 και πλήττονται κυρίως η εμπορική, στεγαστική και καταναλωτική πίστη, ενώ επηρεάζονται αρνητικά και οι δημόσιες επενδύσεις που επιδρούν αρνητικά στην παραγωγή της βαρειάς βιομηχανίας.
Από το 2000 έως και το 2009 η Ελληνική Βιομηχανία δεν επωφελείται από την πρωτοφανή – για τα ελληνικά δεδομένα – εκτίναξη του Ιδιωτικού και Δημόσιου Χρέους, ενώ οι τράπεζες προτιμούν να χρηματοδοτούν το Εμπόριο και τον Τουρισμό από τη Βιομηχανία.
Σε ότι αφορά στη διεθνή Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Βιομηχανίας, αυτή ήδη μετά το 1990 και στιςς επόμενες δεκαετίες χάνει μερίδια συνεχώς αγοράς από δύο σημαντικούς «βιομηχανικούς πόλους»:
- Οι χώρες της Ασίας αποδείχθηκαν εξαιρετικά ανταγωνιστικές λόγω του πολύ χαμηλού εργατικού κόστους τους έναντι των ευρωπαϊκών και των ελληνικών βιομηχανιών. Η πλήρης κατάργηση των δασμών εισαγωγής και των ποσοστόσεων εισαγωγών από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα επιτρέπουν την «άλωση» της κοινοτικής αγοράς σε αποκλειστικό όφελος των ασιατικών χωρών.
- Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης γίνονται ισχυροί πόλοι προσέλκυσης μεγάλων όγκων διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων, ιδιαίτερα μετά το 2000. Οι βιομηχανίες τους εκσυγχρονίζονται με την είσοδο επενδυτών, οι οποίοι επωφελούνται από τα πολύ ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα. Η πλήρης ένταξη πάρα πολλών χωρών στην ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Ένωση) βοηθαει τις χώρες αυτές να αυξάνουν το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) μέσω των διευρυνομένων εξαγωγών τους και της συνεχώς διογκούμενης Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας των βιομηχανιών τους.
Ξεπερασμένο «βιομηχανικό μοντέλο»
Η εγχώρια βιομηχανία στο σύνολό της παρέμεινε “καθυστερημένη” και “περιθωριοποιήθηκε”, λόγω του κατά πολύ χαμηλότερου κόστους παραγωγής των βιομηχανιών των ασιατικών χωρών, αλλλά και της απόλυτης αδυναμίας της να στραφεί σε νέων προϊόντα με μεγάλη προστιθέμενη αξία.
Η δημιουργία ενός πρωτόγνωρα μεγάλου αριθμού προβληματικών βιομηχανιών στις αρχές του 1980 δεν οδήγησε σε προβληματισμούς για το μέλλον της της Ελληνικής Βιομηχανίας και για την εφαρμογή ρεαλιστικών πολιτικών αναδιάρθρωσης (restructuring), εκσυγχρονισμού και διεθνοποίησής τους. Όχι μόνο αυτό: για πολλά χρόνια επικράτησε ένα πολύ ισχυρό «αντιεπιχειρηματικό και αντιεπενδυτικό κλίμα»… Μέσα σε αυτό το «νοσηρό περιβάλλον» πολλές βιομηχανίες και θυγατρικές πολυεθνικών «μετανάστευσα» ή έκλεισαν οριστικά.
Μακροχρόνια η «αντιεπιχειρηματική κουλτούρα» δεν άλλαξε, για να επικρατήσουν ο καιροσκοπισμός και τα εφήμερα επιχειρηματικά κέρδη. Έτσι:
- Παρά τη μεγάλη άντληση νέων κεφαλαίων με την έκδοση νέων μετοχών μέσω του Χρηματιστηρίου δεν χρησιμοποιήθηκαν αυτά τα κεφάλαια για τον εκσυγχρονισμό των βιομηχανιών, αλλά με αυτά αποπληρώθηκαν παλαιά χρέη ή πραγματοποιήθηκαν εξαγορές σε ομοειδείς επιχειρήσεις που δρστηριοποιούνταν σε «κορεσμένους κλάδους».
- Αρκετοί εγχώριοι κλάδοι τέθηκαν “εκτός αγορών” λόγω υπέρμετρου κόστους παραγωγής σε σχέση με τους διεθνείς ανταγωνιστές τους, όπως κλωστοϋφαντουργίες, βιομηχανίες ετοίμων ενδυμάτων, βιομηχανίες επίπλων κλπ.
Τα μνημόνια «ταφόπλακες» …των βιομηχανιών
Υποτίθεται ότι τα Μνημόνια θα συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό της Ελληνικής Οικονομίας. Απολύτως τίποτα τέτοιο δεν συνέβη στην περίπτωση της Βιομηχανίας!
Την περίοδο συρρίνωσης της βιομηχανικής παραγωγής 2000 -2009 ακολούθησε μια ακόμη δεκαετία, αυτή της περιόδου 2010 – 2019, κατά την οποία μειώθηκε κι΄άλλο η παραγωγή της Βιομηχανίας, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του παρατιθέμενου Πίνακα. Η εγχώρια βιομηχανική δραστηριότητα επηρεάζεται από τους εξής κύρια αρνητικούς παράγοντες:
- Στην περίοδο της δεύτερης δεκαετίας επιβάλλονται τρία Μνημόνια που επιβάλλουν αυστηρούς περιορισμούς στα εισοδήματα των νοικοκυριών. Όμως ο απότομος περιορισμός της Εγχώριας Καταναλωτικής Ζήτησης επηρεάζει αρνητικά και τη ζήτηση εγχωρίων βιομηχανικών προϊόντων.
- Το εγχώριο τραπεζικό σύστημα στο σύνολό – όπως και στη δεκαετία του 2000 – εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα αρνητικά τη Βιομηχανία και στη δεκαετία του 2010. Δεν περισσεύουν χαμηλότοκα νέα δάνεια για βιομηχανίες, ενώ το τραπεζικό σύστημα δεν
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ: Η κρίσιμη 20ετία 2000 – 2019 | |||||||
Δείκτες μεταβολής Όγκου Βιομηχανικής Παραγωγής, περίοδος βάσης 2015=100 (Με εποχικά προσαρμοσμένα στοιχεία για ορυχεία και μεταλλεία, μεταποίηση.μεταποίηση, ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο, εκτός κατασκευών) | |||||||
2000 | 2009 | 2010 | 2019 | 2009/ 2000 | 2019/ 2010 | 2019/ 2000 | |
ΣΛΟΒΑΚΙΑ | 41,0 | 73,4 | 82,4 | 113,4 | 79% | 38% | 177% |
ΠΟΛΩΝΙΑ | 47,5 | 74,8 | 83,1 | 121,3 | 57% | 46% | 155% |
ΕΣΘΟΝΙΑ | 45,4 | 61,8 | 75,9 | 111,7 | 36% | 47% | 146% |
ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ | 50,3 | 79,0 | 83,8 | 119,3 | 57% | 42% | 137% |
ΙΡΛΑΝΔΙΑ | 43,3 | 58,6 | 63,4 | 97,3 | 35% | 53% | 125% |
ΟΥΓΓΑΡΙΑ | 58,4 | 74,7 | 82,5 | 116,1 | 28% | 41% | 99% |
ΛΕΤΤΟΝΙΑ | 59,1 | 74,1 | 84,7 | 117,0 | 25% | 38% | 98% |
ΡΟΥΜΑΝΙΑ | 60,5 | 73,9 | 77,5 | 114,3 | 22% | 47% | 89% |
ΤΣΕΧΙΑ | 62,6 | 80,2 | 87,0 | 113,2 | 28% | 30% | 81% |
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ | 63,8 | 88,8 | 90,6 | 107,6 | 39% | 19% | 69% |
ΑΥΣΤΡΙΑ | 70,3 | 84,6 | 90,3 | 113,5 | 20% | 26% | 61% |
ΣΛΟΒΕΝΙΑ | 78,5 | 86,7 | 92,5 | 125,3 | 10% | 35% | 60% |
ΒΕΛΓΙΟ | 71,6 | 88,9 | 97,0 | 114,0 | 24% | 18% | 59% |
ΚΡΟΑΤΙΑ | 85,6 | 106,5 | 105,0 | 106,5 | 24% | 1% | 24% |
ΓΕΡΜΑΝΙΑ | 82,5 | 82,2 | 91,3 | 100,8 | 0% | 10% | 22% |
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ “27” | 91,8 | 89,0 | 95,4 | 105,6 | -3% | 11% | 15% |
ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ | 100,0 | 100,9 | 106,6 | 113,3 | 1% | 6% | 13% |
ΣΟΥΗΔΙΑ | 101,0 | 93,9 | 102,1 | 110,7 | -7% | 8% | 10% |
ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ | 92,0 | 92,9 | 101,0 | 99,1 | 1% | -2% | 8% |
ΟΛΛΑΝΔΙΑ | 95,3 | 99,6 | 107,3 | 102,4 | 5% | -5% | 7% |
ΚΥΠΡΟΣ | 123,7 | 135,3 | 132,4 | 131,1 | 9% | -1% | 6% |
ΔΑΝΙΑ | 109,7 | 96,6 | 98,4 | 111,6 | -12% | 13% | 2% |
ΓΑΛΛΙΑ | 108,9 | 95,9 | 100,0 | 103,9 | -12% | 4% | -5% |
ΜΑΛΤΑ | 113,0 | 98,1 | 106,6 | 103,3 | -13% | -3% | -9% |
ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ | 120,4 | 101,6 | 103,0 | 103,6 | -16% | 1% | -14% |
ΙΣΠΑΝΙΑ | 124,9 | 105,3 | 106,1 | 106,0 | -16% | 0% | -15% |
ΙΤΑΛΙΑ | 127,9 | 101,5 | 108,4 | 105,2 | -21% | -3% | -18% |
ΕΛΛΑΔΑ | 140,2 | 120,6 | 113,2 | 107,8 | -14% | -5% | -23% |
ΠΗΓΗ: EUROSTAT |
μπορεί να ξεπεράσει τα τεράστια και δυσεπίλυτα προβλήματα από τα “κόκκινα δάνεια”.
- Για σχεδόν οκτώ χρόνια η συντριπτική πλειοψηφία των βιομηχανιών παραμένει «αποκλεισμένη» από τις διεθνείς ομολογιακές και τραπεζικές αγορές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των χορηγήσεων προς τις εγχώριες βιομηχανίες, σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες στο σύνολό τους εξασφάλιζαν άνετη χρηματοδότηση και αναχρηματοδότηση από τις τράπεζες και τις ομολογιακές αγορές.
- Αυξήθηκαν υπέρμετρα οι φορολογίες των επιχειρήσεων, αυτοαπασχολουμένων και νοικοκυριών προκειμένου να αποπληρώνεται ομαλά το Δημόσιο Χρέος. Αυτή η υπερφορολόγηση, που επέτρεψε τη δημιουργία πλεονασμάτων, είχε ως τελικό αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα αρνητικό περιβάλλον για τις εγχώριες βιομηχανίες. Η “μετανάστευση” σε άλλες χώρες, με ελκυστικότερες φορολογίες και ομολογιακές δανειοδοτήσεις επιχειρήσεων ήταν αναπόφευκτη.
- Η περιστολή των Δημσίων Επενδύσεων για μεγάλα έργα υποδομών ήταν μεγάλο πλήγμα για εγχώριες βαριές βιομηχανίες.
- Η απόλυτη συρρίκνωση των οικοδομικών και κατασκευαστικών εργασιών για μια ολόκληρη δεκαετία είχε αρνητικές συνέπειες για μια σειρά από εγχώριους βιομηχανικούς υποκλάδους.
Η Ελλάδα στο «βιομηχανικό τέλμα»
της Νότιας Ευρώπης
Η διαχρονικά μεγάλη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης άλλαξε ριζικά τους συσχετισμούς δυνάμεων μεταξύ των βιομηχανιών των συνολικά 27 χωρών μελών.
Μέσα στην 20ετία 2000 – 2019 η Νότια Ευρώπη μετατρέπεται σε «βιομηχανικό τέλμα» και η Ελλάδα γίνεται η χώρα με τις χειρότερες επιδόσεις στον τομέα της παραωγής. Συγκεκριμένα από τον Πίνακα προκύπτουν τα τα ακόλουθα συμπεράσμα για τις τάσεις των βιομηχανιών της Ευρώπης:
- Οι άλλοτε χώρες με κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία καταλαμβάνουν τις 9 από τις 10 θέσεις μεταξύ των «27» με βάση τους υψηλότερους ρυθμούς όγκου βιομηχανικής παραγωγής μεταξύ των ετών 2000 και 2019. Μόνον η Ιρλανδία «διεσώθη» κατακτώντας την 5η θέση, η βιομηχανία της οποίας – αν και μειονεκτικά ευρισκόμενη σε μια νησιωτική περιοχή, με τις συνεχείς προσπάθειές της για διεθνοποίηση εμπορικών συναλλαγών και προσέλκυση διεθνών επενδυτών – πέτυχε σημαντικές εξαγωγικές επιδόσεις βιομηχανικών προϊόντων, ξεπερνώντας ακόμη και τις δυσκολίες από το αυξημένο μεταφορικό κόστος.
- Στην κορυφή των χωρών με τις υψηλότερες βιομηχανικές επιδόσεις τελευταίας 20ετίας βρίσκονται η Σλοβακία και η Πολωνία. Και οι δύο αυτές χώρες αποτελούσαν χώρες με ισχυρό βιομηχανικό την εποχή της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, ενώ οι βιομηχανίες τους δέχθηκαν τεράστιο πλήγμα από την κατάρρευση του συστήματος της COMECON. Εντούτοις και οι δύο αυτές χώρες κατάφεραν να εκσυγχρονίσουν τα «βιομηχανικά μοντέλα» τους και σήμερα να διαθέτουν σύγχρονες και διεθνώς ανταγωνιστικές μονάδες.
Δύο άλλες χώρες της Βαλτικής – η Εσθονία και Λιθουανία – κατάφεραν να καταλάβουν την 3η και 4η θέση μεταξύ των “27” με βάση τις μεγαλύτερες επιδόσεις παραγωγής της τελευταίας 20ετίας.
- Οι χώρες του Νότου εμφανίζουν τις χειρότερες επιδόσεις 20ετίας μεταξύ των «27» της Ευρωπαϊκής Ένωσης… Και τις 5 τελευταίες θέσεις καταλαμβάνουν χώρες από τη νότια Ευρώπη την Ελλάδα, δυστυχώς, να βρίσκεται στην τελευταία θέση και των «27», καταγράφοντας μια συνολική μείωση του όγκου της παραγωγής των βιομηχανιών της κατά 23% μεταξύ 2000 και 2019. Έχει ξεχωριστή σημασία για τη μελλοντική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι στις έξι τελευταίες θέσεις των “27” βρίσκονται οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, η Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία με αντίστοιχη μείωση του όγκου βιομηχανικές παραγωγής τους κατά -5%, -15% και -18% αντίστοιχα.
- Μακροχρόνια, μεταξύ των ετών 2000 και 2019, η βιομηχανία της Γερμανίας κατέγραψε αύξηση του όγκου της βιομηχανικής παραγωγής της κατά 22%. Πρόκειται για μια αύξηση λίγο πάνω από την αύξηση του 15% που επετεύχθη από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά μέσον όρο. Αν και η βιομηχανία της Γερμανίας εμφανίζεται να είναι η “πλέον ισχυρή στην Ευρώπη”, εντούτοις διαπιστώνεται ότι άλλες 14 χώρες μέλη της ΕΕ κατάφεραν μ’εσα στην τελευταία 20ετία να πετύχους ηυψηλότερους ή και πολλαπλάσιους όγκους παραγωγής (με βάση δείκτες μεταβολής) σε σχέση με αυτούς της Γερμανίας.
- Μακροχρόνια οι τρεις σκανδιναβιές χώρες Φινλανδία, Σουηδία και Δανία πέτυχαν ρυθμούς ανάπτυξης μικρότερους από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά το γεγονός ότι έχουν επενδύσει σημαντικά στον τομέα Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D).
Βιομηχανία ή Τουρισμός; Το εσφαλμένο δίλημμα…
Το Πολιτικό Προσωπικό και η Επιχειρηματική Κοινότητα στην Ελλάδα προφανώς έχουν προκρίνει ότι το «τουριστικό μοντέλο» ότι έχει τεράστιες δυνατότητες Ανάπτυξης και επιτάχυνσης των ρυθμών του ΑΕΠ. Η πολιτική και τραπεζική ατολμία που επιδείχθηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες για τον Εκσυγχρονισμό και τη Διεθνοποίηση της Ελληνικής Βιομηχανίας δικαιολογούν εν μέρει τη στροφή προς το «τουριστικό μοντέλο».
Η κρίση της πανδημίας όμως ανέδειξε και τους μεγάλους περιορισμούς του «τουριστικού μοντέλου», καθώς αυτό έχει και και σημαντικά μειονεκτήματα, όπως:
- Πολύ περιορισμένη χρονική διάρκεια παραγωγικής δραστηριότητας, σε αντίθεση με τις βιομηχανίες που μπορούν να εξασφαλίζουν παραγωγή όλες τις εποχές του χρόνου.
- Πολύ μεγάλους χρόνους απόσβεσης των παγίων στοιχείων, πολλαπλάσιους αυτούς των βιομηχανιών.
- Ο Τουρισμός προσφέρει λίγους μήνες Απασχόλησης, ενώ η Βιομηχανία προσφέρει ευκαιρίες Απασχόλησης σχεδόν για ένα χρόνο.
Η συμμετοχής της Βιομηχανίας στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία είναι για την Ελλάδα στο 14,8%, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση φθάνει το 19,2%.
Εάν το μερίδιο της Βιομηχανίας στο ΑΕΠ αντιστοιχούσε σε αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης τότε το μέσο ποσοστό της ανεργίας με το «βασικό σενάριο» θα κυμαινόταν κοντά στο 10% και το ΑΕΠ θα ήταν αυξημένο κατά περίπου 8 δισ. ευρώ ετησίως.
Συνεπώς η επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και η αύξηση της Απασχόλησης θα είναι αρκετά ταχύτερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρά σχτην Ελλάδα, λόγω του μεγαλύτερου ποσοστού συμμετοχής της Ευρωπαϊκή Βιομηχανίας στη δημιουργία του ΑΕΠ.
Πέρα όμως από τη βραχυχρόνια αντιμετώπιση των προβλημάτων της Ελληνικής Βιομηχανίας το πιο σημαντικό είναι να μελετηθεί σε βάθος το Μέλλον της.
Δυστυχώς, η «εγκατάλειψη» της Βιομηχανίας στην τύχη της θα έχει ολέθριες συνέπειες για το Εθνικό Εισόδημα και την επιδιωκόμενη από την κυβέρνηση ταχύρρυθμη ανάπτυξη.
Και αυτό δεν είναι πρόβλημα μιας κυβέρνησης. Είναι Εθνικό Πρόβλημα. Γιατό αφορά το Μέλλον των επόμενων γενεών Ελλήνων και τη Βιωσιμότητα της Εθνικής Οικονομίας.
*Ο Κίμων Σεριώτης είναι δρ Οικονομικός Αναλυτής, τέως διευθυντής εφημερίδας «Ναυτεμπορική» και τέως διευθυντής επικοινωνίας Ομίλου ΔΕΗ